ἄλφα

ἄλφα
Grammatical information: n.
Meaning: name of the first letter of the alphabet (Pl.)
Compounds: Collocation ἀλφάβητος m. f.; also n. pl.? (Irenaeus of Lyon; see Schwyzer KZ 58, 1931, 199ff.
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Semit.
Etymology: From Hebrew 'aleph (Schwyzer 140 γ, KZ 58, 177-183). For the final vowel cf. βῆτα from Hebr. bêth. Cf. Einarson, Class. Phil. 62, 1967,1-24 and 262f.
Page in Frisk: 1,81

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άλφα — το альфа (название первой буквы греческого алфавита); ΦΡ. το ‘αλφα και το ωμέγα альфа и омега, начало и конец …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἄλφα — neut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλφα — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 190 μ., 320 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μυλοποτάμου του νομού Ρεθύμνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Γεροποτάμου. * * * το (Α ἄλφα) (άκλιτο) 1. το πρώτο γράμμα τού ελληνικού αλφαβήτου (Α, α) 2. φρ. «δεν ξέρει ούτε το… …   Dictionary of Greek

  • άλφα — το (λ. σημιτ.) 1. το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου και των αλφάβητων όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών. 2. η αρχή: Είμαστε ακόμη στο άλφα. 3. φυτό ποώδες, από το οποίο φτιάχνονται πλεκτά είδη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άλφα διάσπαση — Κβαντικό φαινόμενο κατά το οποίο ένα σωμάτιο άλφα που δεν έχει αρκετή ενέργεια για να υπερνικήσει το φράγμα δυναμικού κοντά στην επιφάνεια του πυρήνα διαπερνά το φράγμα και βγαίνει έξω από τον πυρήνα, όπου η ηλεκτρική απωστική δύναμη το… …   Dictionary of Greek

  • άλφα κύματα — Στοιχεία ηλεκτροεγκεφαλογραφικών διερευνήσεων της συνείδησης …   Dictionary of Greek

  • τἄλφα — ἄλφα , ἄλφα neut ἔλφᾱ , ἔλφος neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλφ' — ἄλφα , ἄλφα neut ἄλφι , ἄλφιτον barley groats neut nom/voc/acc sg (epic) ἄλφε , ἀλφάνω bring in aor imperat act 2nd sg ἄλφε , ἀλφάνω bring in aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Α α — (άλφα) το πρώτο γράμμα τού ελληνικού αλφαβήτου. Το α ως πρόθεμα 1. στερητικό δηλώνει έλλειψη, στέρηση και γενικά το αντίθετο από ό,τι δηλώνει το β συνθετικό. Εμφανίζεται με τις εξής μορφές: α / ἀ αρχ. νεοελλ. προ συμφώνου, π.χ. ά γνωστος, ά κακος …   Dictionary of Greek

  • εμβέλεια — Το ολικό μήκος R της τροχιάς που μπορεί να διανύσει ένα σωμάτιο, έως ότου μηδενιστεί η ενέργειά του εξαιτίας ιονισμού (στα άτομα του απορροφητή), διέγερσης και άλλων αλληλεπιδράσεων με το υλικό μέσο στο οποίο κινείται. Η ε. ενός δεδομένου… …   Dictionary of Greek

  • Autos epha — Alpha Inhaltsverzeichnis 1 Ἀγεωμέτρητος μηδεὶς εἰσίτω 2 Άγιον Όρος …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.